Η Κυρία Μαργαρίτα Τσάντ Παπανδρέου, γεννήθηκε στο Έλμχερστ, Ιλλινόις 30 Σεπτεμβρίου 1923 και ήταν η μεγαλύτερη απο πέντε αδελφές. Σπούδασε δημοσιογραφία και έκανε το μεταπτυχιακό της στη Δημόσια Υγεία στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Εκεί γνωρίστηκε με τον μετέπειτα σύζυγό της Ανδρέα Παπανδρέου. Εκτός από τα επτά χρόνια της δικτατορίας, η κα Παπανδρέου, έζησε στην Ελλάδα από το 1961, απέκτησε τέσσερα παιδιά και έξι εγγόνια και πέθανε 18 Σεπτεμβρίου 2026.
Ήταν συγγραφέας δύο παιδικών βιβλίων, μελετών και άρθρων για το φεμινισμό και την ειρήνη και ενός βιβλίου για την δικτατορία. Υπήρξε Πρόεδρος της Ένωσης Γυναικών Ελλάδος (ΕΓΕ), μιας σημαντικής φεμινιστικής οργάνωσης, που ηγήθηκε της προσπάθειας αλλαγών στο ελληνικό οικογενειακό δίκαιο υπέρ της ισότητας των φύλων. Το 1988 ίδρυσε το Κέντρο Έρευνας και Δράσης για την Ειρήνη (ΚΕΔΕ), δράση του οποίου υπήρξε η WINPEACE, μια ειρηνευτική πρωτοβουλία των Γυναικών Ελλάδος, Τουρκίας και Κύπρου, για την ειρηνευτική επίλυση των διαφορών μεταξύ των κρατών. Επίσης μέσω της οργάνωσης Women for Mutual Security, εργάστηκε σκληρά για τη μείωση των εντάσεων του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας.
Διαβάζοντας αυτό το σύντομο βιογραφικό της κας Μαργαρίτας Παπανδρέου, στο βιβλίο Έρωτας και Εξουσία, Εκδόσεων Πατάκη, διαπίστωσα τι γοήτευσε τον άντρα Ανδρέα Παπανδρέου, σε μια γυναίκα, που πέραν απο την εξωτερική της εμφάνιση, τα είχε όλα και περισσότερα, μέσα σε μια δυναμική, μορφωμένη και πρωτοπόρο προσωπικότητα. Όμως τελικά τα παραπάνω προσόντα, αποδείχθηκαν too much, για έναν άντρα που παράλληλα με την Μαργαρίτα, είχε εξωσυζυγικές σχέσεις, μέχρι που ο γάμος τους οδηγήθηκε στο διαζύγιο. Δεν έχει σημασία εαν εκείνος ήταν ένας ισχυρός άντρας της πολιτικής. Για εκείνη ως γυναίκα ήταν ο άντρας της επί τέσσερις δεκαετίες, ο εραστής και ο σύζυγος, όπως τον αποκαλεί στο βιβλίο της.
Η Μαργαρίτα μεγάλωσε σε μια εξαμελή φτωχική οικογένεια, με σκληρά εργαζόμενα μέλη, όπως ήταν και η ίδια απο παιδί. Μέσα απο την εργατική τάξη που ανήκε, ευαισθητοποιήθηκε για τις κοινωνικές αδικίες, και άρχισε πολύ νωρίς την πολιτική και ακτιβιστική δράση, και μέσα απο τη δημοσιογραφία που σπούδασε. Μετέπειτα αξιοποίησε τη σχέση της με τον πολιτικό άντρα, και οργάνωσε και υλοποίησε το κίνημά της ΕΓΕ για σχεδόν τρεις δεκαετίες, που ήταν ενεργό. Η στενή της ηγετική ομάδα ήταν η Μελίνα Μερκούρη και η Καλλιόπη Μπουρδάρα, αλλά και ανώνυμες συνδικαλίστριες και αγρότισσες, που εναντιώθηκαν στά στερεοτυπικά ήθη της εποχής. Τα πρώτα γυναικεία συνεταιριστικά σχήματα δημιουργήθηκαν στη Μυτιλήνη με πρωτοβουλία της Μαργαρίτας, και ιδιαίτερα στο παραθαλάσσιο χωριό Πέτρα. Στη Λήμνο έβαλε τα θεμέλια για το πρώτο συνεταιριστικό ζαχαροπλαστείο με 12 γυναικεία μέλη. Πολλοί άντρες προσπάθησαν να αποτρέψουν την αφύπνιση των γυναικών και την ανατροπή των έμφυλων στερεοτύπων, που διοργάνωνε σε κάθε πόλη που επισκέπτονταν.
Το Φεβρουάριο του 1948, ήταν 24 ετών, όταν πρωτογνώρισε τον 29χρονο αναπληρωτή καθηγητή Οικονομικών του Πανεπιστημίου της Μινεσότα, Ανδρέα Παπανδρέου, σε μια αίθουσα οδοντιατρείου. Η Μαργαρίτα είχε αναλάβει να συγγράψει την αυτοβιογραφία του Ελληνοκύπριου οδοντίατρου, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν στην εφημερίδα Minneapolis Tribune. Προσπαθώντας να γράψει ένα διαφημιστικό κείμενο στα γαλλικά, ρώτησε τον άντρα απέναντί της, εαν γνωρίζει γαλλικά. Εκείνος έκατσε δίπλα της και της υπαγόρευσε το κείμενο στα γαλλικά. Ο Οδοντίατρος Άρης, ο Ανδρέας και η Μαργαρίτα, συνέχισαν τη συζήτηση στο ξενοδοχείο Radisson, όπου πήγαν για ένα πότο. Όπως αναφέρει η Μαργαρίτα στο βιβλίο, η έλξη ανάμεσα σε εκείνη και τον Ανδρέα, όσο προχωρούσε η συζήτηση, έλαμπε σαν τα ζεστά κάρβουνα της φωτιάς, και ο οδοντίατρος με μια διακριτική κίνηση, τους άφησε μόνους να συνεχίσουν τη συζήτηση στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Όλα ήταν τέλεια, εκτός απο το γεγονός πως ο Αντρέας, ήταν ήδη παντρεμένος με τον πρώτο του γάμο.
Το 1949, κρατώντας δυο βαλίτσες προσγειώθηκε στην Ουάσινγκτον, για να είναι πιο κοντά του. Αναζήτησε μια θέση αρθρογράφου στην Αμερικανική Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας, με τη δέσμευση ενός μεταπτυχιακού, όπως και πραγματοποίησε. Στο πανεπιστήμιο μετά απο πολλούς μήνες αποχής, ξανασυναντάει τον Ανδρέα και αρχίζουν απο την αρχή τη σχέση τους, παρόλο που τώρα και εκείνη είχε σοβαρό δεσμό με έναν συμφοιτητή της απο το μεταπτυχιακό, τον Ρομπερτ Χολ, τον οποίο παντρεύτηκε. Όμως πολύ γρήγορα συνειδητοποίησε πως ο έρωτας της ζωής της ήταν ο Ανδρέας. Η αντισυμβατική σχέση τους συνεχίστηκε, μέχρι που και εκείνος παραδέχτηκε τον έρωτά του, και της πρότεινε να τον παντρευτεί. Έπειτα απο δυο γρήγορα και συνεναιτικά διαζύγια, στις 30 Αυγούστου του 1951 παντρεύτηκαν στο Ρίνο της Νεβάδα με πολιτικό γάμο. Επέστρεψαν στο πανεπιστήμιο της Μινεσότα το 1952, και άρχισαν την πολιτική δράση, ως στελέχη του υποψήφιου για τη Μινεσότα Άντλει Στιβενσον. Το 1959 με υποτροφία Fulbright, αποβιβάστηκαν στον Πειραιά, μαζί με τα τέσσερα παιδιά τους και τη Σοφία, τη μητέρα του Ανδρέα και εγκαταστάθηκαν στην Εκάλη.
Το 1975 η Μαργαρίτα μαζί με ακόμη έξι γυναίκες, που είχαν εναντιωθεί στη δικτατορία, ίδρυσε την Ένωση Γυναικών Ελλάδος (ΕΓΕ). Η οργάνωση αριθμούσε 40000 μέλη μέσα στην επόμενη δεκαετία. Στόχος της η ανάδειξη της θέσης της γυναίκας, με τρόπο που θα έπειθε τις γυναίκες να αλλάξουν, Η δράση ξεκίνησε απο τις τοπικές κοινότητες. Το πατριαρχικό σύστημα έπρεπε να ανατραπεί. Οι γυναίκες έπρεπε να χτίσουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και να εκπαιδευτούν σε τεχνικές κοινωνικών αλλαγών. Και για το ανδροκρατούμενο ΠΑΣΟΚ, το γεγονός πως η οργάνωση δεν τελούσε υπο τον έλεγχό του, αποτελούσε ένα πρόβλημα. Η Μαργαρίτα αναφέρει στο βιβλίο της, πως το πρότυπό της ήταν η Ελινόρ Ρούσβελτ και πως πίστευε στην εφαρμογή των φεμινιστικών της αρχών, στη δημόσια και ιδιωτική της ζωή, γεγονός που έφερνε αντιδράσεις και απο τον ίδιο τον Ανδρέα, με διάφορους τρόπους. Εκεί ακριβώς προέκυψε ένα παραμύθι αγάπης και εξουσίας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει .
Στα πρώτα δύο χρόνια διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, η οργάνωση είχε καταφέρει σημαντικές αλλαγές στους νόμους. Με την αναθεώρηση του Οικογενειακού Κώδικα, επιτεύχθηκε η κατάργηση της προίκας, η ισοτιμία των γυναικών στο γάμο, η διατήρηση του πατρικού επιθέτου, το επίθετο των παιδιών μετά απο κοινή συμφωνία του ζευγαριού, αλλά και σύνταξη στις αγρότισσες, απλοποίηση της διαδικασίας των διαζυγίων, περισσότερες γυναίκες σε θέσεις εξουσίας, με κορύφωση τη νομιμοποίηση της εκτρωσης το 1985, θέμα το οποίο προκαλούσε αντιδράσεις, υπο το φόβο του πολιτικού κόστους.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται για το κάλεσμα που έγινε στο Χρήστο Λαμπράκη, εκδότη των εφημερίδων Το Βήμα και Τα Νέα, για να υποστηρίξει επικοινωνιακά το νομοσχέδιο για τη νομιμοποίηση των εκτρώσεων. Ο Λαμπράκης δεν ήταν πολύ θετικός και αντιπρότεινε τη διενέργεια ενός γκάλοπ απο τον Τύπο του, ώστε να φανεί η γνώμη του κοινού. Η Μαργαρίτα συμφώνησε. Τα αποτελέσματα του πανελλαδικού γκάλοπ έδειξαν πως το 74% των ερωτηθέντων ήταν υπερ της νομιμοποίησης, και στην Αθήνα το ποσοστό έφτανε το 80%. Χαρακτηριστικό είναι πως σε όλο το βιβλίο η Μαργαρίτα, αναφέρεται συχνά σε δημοσιεύματα, στο πως σχολίαζε ο Τύπος την κυβέρνηση, την αντιπολίτευση, τις διεθνείς σχέσεις του ΠΑΣΟΚ αλλά και την προσωπική της δυσάρεστη κατάσταση με τις συχνές αδικαιολόγητες απουσίες του Ανδρέα, εξαιτίας του τρίτου προσώπου και όλη την ιστορία μέχρι το διαζύγιο. Αναφορά γίνεται και για δημοσιεύματα της Καθημερινής και του Ελεύθερου Τύπου. Η Μαργαρίτα είχε σπουδάσει δημοσιογραφία, εργάστηκε χρόνια ως δημοσιογράφος, γνώριζε καλά το επικοινωνιακό πεδίο.
Εαν και θα ήταν πικάντικο, όπως μας έλεγαν για κάποια δημοσιεύματα στο MSc Δημοσιογραφίας, που σπούδασα και εγώ στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, για εμένα προσωπικά δεν έχει σημασία ποιος, που, πότε, και πως το τρίτο πρόσωπο εισήλθε ανάμεσά τους, επειδή γνωρίζω καλά πως για να γίνει αυτό στις συντροφικές σχέσεις, θα πρέπει είτε ο ένας απο τους δύο συντρόφους να είναι εκ φύσεως άπιστος, είτε να υπάρχει αγεφύρωτη ρωγμή ανάμεσα στο ζευγάρι. Συνεπώς κάθε σύντροφος ακόμα και ο πιο αδικημένος και αθώος, έχει ένα ποσοστό συνυπευθυνότητας, για την εξέλιξη του story. Διότι ακόμα και η υπομονή και η ανεκτικότητα, έχουν τα όριά τους και δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένα.
Η Μαργαρίτα ήταν και θα είναι μια πρωτοπόρος, που τόλμησε να διατηρήσει τις αρχές και την αυτονομία της, μέσα απο έναν ασφυκτικό κλοιό καθηκόντων, ταυτόχρονα με την αιώνια αγάπη της για το σύζυγό της. Όπως αναφέρει μέσα στο βιβλίο ο Ανδρέας τα πρώτα χρόνια του έρωτα τους, της είχε ζητήσει να έχουν ένα δικό τους κώδικά επικοινωνίας, μη λεκτικό. Έτσι, για να της λέει Σε αγαπώ, της έπιανε το χέρι και της το έσφιγγε τρεις φορές. Η Μαργαρίτα κλείνει το βιβλίο της με μια σκηνή, απο τη συνάντηση που είχε με τον Ανδρέα, το 1991, στη βάπτιση της εγγονής τους. Ο Ανδρέας ήρθε με τη νέα του σύζυγο. Περιγράφει τη σκηνή του χαιρετισμού. Τον άκουσα να λέει Μαργαρίτα και είδα ένα προτεταμένο χέρι. Του έδωσα το δικό μου. Το πήρε και το έσφιξε τρεις φορές. Δεν υπήρξε ανανέωση της σχέσης μας, αν κι έμαθα πως ο Ανδρέας είχε μετανιώσει για το χωρισμό μας, αλλά αυτή η παλιά χειραψία αγάπης έσβησε επιτέλους τον επίμονο πόνο της καρδιάς μου.
Ως γυναίκα γνωρίζω καλά πως είναι αδύνατο μια γυναίκα που αγάπησε βαθιά και προδόθηκε, να μην αισθάνεται πόνο στην καρδιά της. Όμως ανάλογα το ισχυρό του χαρακτήρα της, αυτός ο πόνος μπορεί να γίνει η κινητήριος δύναμη για να την αλλάξει, να την σκληρύνει, να τη μεταμορφώσει και να την οδηγήσει σε μια νέα ζωή, στη ζωή που της αξίζει να ζήσει.
Υπάρχουν και οι δημιουργικοί πόνοι.
© Αγγελική Γ. Πιτσόλη
Γυναίκα Παλαιάς Κοπής
Αριστούχος Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Επιστήμονας Επικοινωνίας, Ιδιωτικής Ασφάλισης και Πολιτισμού
18 Σεπτεμβρίου 2026