Και ο ναύτης μόνος μπροστά στην πλώρη..
(Καπετάνιοι, λοστρόμοι, ναύτες, μηχανικοί, καθένας έχει και τον καημό του)
(Καπετάνιοι, λοστρόμοι, ναύτες, μηχανικοί, καθένας έχει και τον καημό του)
Το τραγούδι Ένα καράβι από τον Περαία άκουσα πρόσφατα στη Χίο και η πρώτη μού σκέψη, όπως πάντοτε, ήταν ο πατέρας μου, που το τραγουδούσαμε παρέα.
Το ίδιο τραγούδι έβαλα απόψε το βράδυ και στην παιδική μου φίλη και αγωνίστρια Δέσποινα Γαλάτα του Γιώργου και της Φωτούλας. Η συζήτηση σήκωνε τσίπουρο, τσιγάρο (ρητή ιατρική απαγόρευση, αλλά σε δυσκολεμένα θέματα με καημούς, ανάβω ένα-δυο) και Πόλυ Πάνου, και αναπάντεχα η Δέσποινα με οδήγησε να συνομιλώ τηλεφωνικά με τον Βαγγέλη, τον απόγονο της μεγάλης κυρίας του ρεμπέτικου τραγουδιού. Στην ερώτησή μου εάν αληθεύει ότι η Πόλυ Πάνου, εαν και εμφανίστηκε στα νυχτερινά κέντρα της Κοκκινιάς, δεν το επιθυμούσε γιατί θεωρούσε την περιοχή μπανάλ, η απάντηση ήταν, ναι αληθεύει.
Μετά τον πόλεμο δύο ήταν τα ξακουστά νυχτερινά κέντρα της Κοκκινιάς, Ο Περιβόλας και Ο Κεφάλας. Και τα δύο έδρευαν στη Μητρόπολη της Νίκαιας, στον Άγιο Νικόλαο (προστάτης ναυτικών και ορφανών), στην πρώην οδό 8. Οι καταστηματάρχες ήταν και οι δύο Μικρασιάτες και στα κέντρα τους είχαν εμφανιστεί μεγάλες προσωπικότητες του ρεμπέτικου και λαικού τραγουδιού όπως Παπαϊωάννου, Γκρέυ, Τσιτσάνης, Μπέλλου, Μενιδιάτης, Περπινιάδης, Ζαγοραίος (σε πλάνεψε η ντόλτσε βίτα), Αγγέλα Παπάζογλου, Διονυσίου και πολλοί ακόμη.
Περπατώντας με τη Δέσποινα στις γειτονιές της προσφυγικής συνοικίας, που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε, θυμήθηκα πως κάποτε χλευάστηκα απο κάποιους/ες, όταν απάντησα με υπερηφάνεια, πως μεγάλωσα και κατοικώ στην Κοκκινιά του Πειραιά. Φαίνεται αυτοί/ες γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο Κολωνάκι.. Και εκεί που τους/ις μεγάλωσαν, θα παρέλειψαν να τους διδάξουν ΑΝΘΡΩΠΙΑ, σε αντίθεση εμάς εδώ στην Κοκκινιά, που οι γονείς μας, μας δίδαξαν τρόπους καλής συμπεριφοράς, αλληλεγγύη και αξιοπρέπεια μέχρι θανάτου.
Και όσο αυτοί/ες με σνόμπαραν για την καταγωγή μου, τόσο εγώ έγραφα τη δική τους καταγωγή, στον μαύρο πίνακα της καρδιάς μου. Επειδή όμως η ζωή είναι ρόδα, εγώ η μπανάλ, στη γωνίτσα που τοποθετήθηκα, προσεύχομαι στους άγιους φίλους μου, για την απόδοση της δικαιοσύνης. Και όσο το άδικο δεν αποκαθίσταται, τόσο βαραίνει εκείνους/ες που το έπραξαν.
Εαν και μπανάλ, με πληγές στα πόδια, με σχεδόν 30 συναπτά έτη εργασίας (22 χρόνια ένσημα και 7 χρόνια αδήλωτα-ξεκίνησε να κολλάει ένσημα, όταν μετά απο ομηρικούς καβγάδες, υπέβαλα παραίτηση), 17 σελίδες βιογραφικό, πτυχία πανεπιστημίου και περίσσια αξιοπρέπεια, προχωράμε.
Υ.Γ.1. Η λέξη Κοκκινιά δεν χρησιμοποιείται με πολιτική τοποθέτηση.
Υ.Γ.2. Εγώ πάντως σε καταλαβαίνω, έγραψα sms, επειδή το μόνο που επιθυμώ, είναι η ευτυχία σου, άτσα..
(επειδή η καρδιά μου έχει αγάπη και όχι εγωισμό, θα χαρώ ολόψυχα για την ευτυχία σου)
© Αγγελική Γ. Πιτσόλη
Γυναίκα, Αριστούχος Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Επιστήμονας Επικοινωνίας, Ιδιωτικής Ασφάλισης και Πολιτισμού
14 Ιουλίου 2026 και αιώνια
Το τραγούδι Ένα καράβι από τον Περαία μιλάει για τον έρωτα που έχει ένας ναύτης για μια κοπέλα. Εξαιτίας του επαγγέλματος αναγκάστηκε να την αποχωριστεί, και τώρα μόνος μπροστά στην πλώρη, αναστενάζει. Το ίδιο έκανε και ο πατέρας μου, και αφού κατέληξε πως η Ελένη ήταν ο έρωτας της ζωής του, πήρε αποφάσεις. Άφησε μια μεγάλη αγάπη, τη θάλασσα και άραξε στο λιμάνι του, για να χαρεί μαζί της τη ζωή.
Η άδεια εργασίας του πατέρα μου στο κρουαζιερόπλοιο Άννα Μαρία, όπου εργαζόταν ως καραβομαραγκός, κατασκευάζοντας, κουκέτες, καμπίνες, κουπαστές και άλλες ξύλινες επιφάνειες. Το 1964-65 με το Άννα-Μαρία επισκέφθηκε τα λιμάνια Μπάρι και Λίβερπουλ. Το 1966 ερωτεύτηκε την κα Ελενίτσα με μια ματιά, όταν εκείνη απο ευγένεια του πρόσφερε μισή τυρόπιτα, μέσα σε κατάστημα κοινής τους φίλης. Έπιασε φιλία με τον αδελφό της και την ζήτησε σε γάμο, χωρίς εκείνη να γνωρίζει τις προθέσεις του. Ο θείος μου αρνήθηκε. Την ίδια χρονιά πραγματοποίησε με το κρουαζιερόπλοιο το τελευταίο του ταξίδι. Το 1967 εγκατέλειψε το επάγγελμα του καραβομαραγκού, άνοιξε επιπλοποιείο και παντρεύτηκε την Ελένη του. Η μεγάλη του αδυναμία ήταν οι γάμπες της και τα σμυρνέικα σουτζουκάκια που του μαγείρευε. Της κρατούσε το χέρι σφιχτά για 45 ολόκληρα χρόνια. Η μόνη του αγωνία πριν κλείσει τα μάτια του, στο κρεβάτι της απομόνωσης του Αττικού Νοσοκομείου Αθηνών, ήταν η Ελένη του να παραμείνει ασφαλής και όμορφη ''Άντζυ τη μάνα σου, να είναι όμορφη και να μην την πειράξει κανένας''. Ναι πατέρα.